Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Το φύλο

Ιστορίες προσώπων 
υπαρκτών και αλλόκοτων
βάσανα και περιπέτειες του εαυτού


Το φύλο

Δεν ήξερε που την κεφαλή να κλείνει. Θαρρείς και τότε εμφανίστηκαν δύο όχθες ποταμού, μεγάλου και αφρισμένου, σαν δύο επιλογές. Από την αριστερή όχθη άκουσε χορωδία σειρήνων που τραγουδούσε για την διαταραγμένη σχέση του με τον πατέρα του, άκουσε να αφηγούνται με στριγκές φωνές την ιστορία μιας παιδικής ηλικίας στην γυάλα φοβικής μητέρας, για την εφηβεία, ένα κρεσέντο ουρλιαχτών ανήλικης παραβατικότητας και κακές παρέες, μοτοσυκλέτες, μια σύντομη φοίτηση στο μεταφραστικό τμήμα.

Στην αντίπερα όχθη, του ποταμού, που έσερνε πάμπολλα κουφάρια, κάποτε ήταν βάρκες, μπαταρισμένες ρότες, ιστορίες ανθρώπων και μνημεία ντροπιαστικής ήττας, έβλεπε ένα εκκεντρικό γυναικείο φόρεμα. Ένα εξεζητημένο vamp “συνολάκι” του μεσοπολέμου με φρου-φρού φόδρα, καπέλο με βέλο και μια μακριά, λεπτή γυναικεία πίπα για το τσιγαράκι. Το φαντάζονταν να συνοδεύεται από ζαρτιέρες και καλτσοδέτες. Όπως ήταν η μόδα σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις εκείνης της εποχής. Το φουστάνι το ήξερε από μικρός, που βάφονταν με τα κραγιόνια της μητέρας του και περνούσε χρόνο με αυτά μπροστά στον καθρέπτη. Στα φοιτητικά χρόνια συνάντησε παρέες που συνδύαζαν τις πνευματικές ανησυχίες με τον ερωτικό πειραματισμό. Σε αυτό το γόνιμο περιβάλλον εκδηλώθηκε ο παράξενος άμφι-φυλικός ερωτισμός που κατοικούσε σιωπηλά μέσα του.

Πούλησε την μοτοσικλέτα, ξύρισε της δασύτριχες φαβορίτες και κατάφερε να αντιστρέψει την ενεργή ερημοποίηση του τριχωτού της κεφαλής του με ορμόνες που του προσέφεραν παράλληλα και το πολυπόθητο γυναικείο στήθος. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα θύμιζε θηλυπρεπείς ροκ Νάρκισους και αισθηματίες νέο-ρομαντικούς. Δεν μπόρεσε ποτέ να προσαρμοστεί ή να ανεχθεί την πραγματικότητα που η ελληνική κοινωνία επιφυλάσσει για τα μέλη της που επιλέγουν αυτό τον δρόμο. Δοκίμασε την πιάτσα μόνο σαν περιπέτεια και επέστρεψε τελικά στην πραγματική του κατεύθυνση και αγάπη, αυτή της γυναικείας μορφής και υπόστασης. Ερωτεύτηκε την Μίριαμ, το κορίτσι που αποφάσισε να δοκιμάσει μαζί του. Αυτή, επαναστατικό και σπινθηροβόλο πνεύμα, απογοητευμένη απ’ τους άνδρες, επέλεξε τον ερμαφρόδιτο έρωτα του σαν αντίδοτο στον δεσποτισμό που είχε υποστεί υπό την πατρική στέγη.  - Ξέρεις τι είναι μια φαντασίωση; Ρώτησε το κορίτσι. Ο καθρέπτης μας φανερώνει μόνο μια διάσταση και η Μίριαμ μπορούσε να δει ξεκάθαρα την αυτοπαγίδευση του νεαρού Ερμή. 

Τον αγάπησε με τρόπο πέρα του φύλου, των ιδεών και των κοινών τόπων της πλειονότητας των ανθρώπων. Την αγάπησε και αυτός με τον δικό του μπερδεμένο τρόπο και πέταξαν μαζί πάνω από την θάλασσα, χωρίς βέβαια να φέρουν οτιδήποτε χρυσόμαλλο, παρά την νεοαποκτηθείσα πλούσια κόμη του Ερμή, σε ακτές που οι άνθρωποι έχουν μάθει να δέχονται την προσωπική επιλογή ως απαράβατη σεβαστή αρχή.
Η φωνή του πλέον ήταν αισθητά αλλαγμένη και η μεταμόρφωση συνεχιζόταν κλιμακωτά. Η πόζα του, συχνά ναζιάρικη και αισθησιακή, σαν μια ξένη γλώσσα που κάποιος υιοθετεί, έχανε τον βηματισμό της όταν θύμωνε ο Ερμής. Τότε επέστρεφε κάτι από την κριμένη τραχύτητα που υπήρχε σαν καταγεγραμμένη εμπειρία στον ψυχισμό του και συγχυζόταν άσχημα. 
Μονολογούσε δεν θέλω να γίνω καλό παιδί, θέλω να είμαι καλικάντζαρος που ρίχνει κρυφά ακαθαρσίες στην σούπα. Δεν έμοιαζε να έχει σοβαρό πρόβλημα στο να γεφυρώνει φαινομενικά αγεφύρωτες διαδρομές και αντιφάσεις, το ίδιο ισχύει και για την θαρραλέα σύντροφο του, που έφερε και αυτή το βάρος της δικής του επιλογής. Σαν πιονέροι, πήραν ένα δρόμο καινούριο και τα χρόνια επιβεβαιώνουν έκτοτε την επιτυχία του εγχειρήματος.