Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Ο λάθος άνθρωπος


“Ιστορίες προσώπων υπαρκτών και αλλόκοτων
βάσανα και περιπέτειες του εαυτού”

Το είχα ψάξει το θέμα. Έπρεπε να το πάρω απόφαση ότι το νησί δεν πρόσφερε πολλές ευκαιρίες για κοινωνική συναναστροφή. Θα δούλευα με ότι υλικό υπήρχε εκεί. Ποτέ όμως δεν φανταζόμουν τι θα συναντούσα.


Ένας φίλος από την σχολή στην Αθήνα, εν μέσω ενός εθιμοτυπικού τηλεφωνήματος, από αυτά που λαβαίνει κανείς μια φορά στα τρία χρόνια, με ενημέρωσε για την παρουσία ενός κοινού μας γνωστού στο νησί.Εγώ δεν είχα ιδιαίτερες σχέσεις μαζί του και διατηρούσα μια εικόνα ενός συμπαθούς άλλα κάπως μπερδεμένου, μπαρουτοκαπνισμένου τύπου, με έφεση προς τις τέχνες και την ελευθεριακή κουλτούρα. Αποφάσισα να του τηλεφωνήσω,τον βρήκα “μιλημένο” από τον κοινό μας γνωστό, στην άλλη άκρη της γραμμής, να με υποδέχεται με φιλική και φιλόξενη διάθεση. Χάρηκα και εγώ καθώς περνούσα πολλές ώρες μόνος και ονειρευόμουν μουσικά σχήματα και ηχογραφήσεις σε δωμάτια με θέα τα κυπαρίσσια, το μουσικό υλικό που μου προέκυπτε εκείνη την περίοδο.


    Η διαδρομή για το σπίτι του διέσχιζε την βόρεια, παραλιακή πλευρά του νησιού που ήταν κατάφυτη με πεύκα, βελανιδιές και πλατάνια. Σε πολλά σημεία ο δρόμος συναντούσε την ακροθαλασσιά. Κατά τα είκοσι περίπου λεπτά που διήρκεσε η διαδρομή μου τηλεφώνησε δύο φορές. Ήταν αγχωμένος γιατί με περίμενε στην μητέρα του, που ζούσε σε ένα σπίτι επί του κεντρικού δρόμου. Θα ήταν δύσκολο διαφορετικά να βρω το σπίτι του. Ο οικισμός ήταν χτισμένος σε τρία επίπεδα, παράλληλα με την προκυμαία και δεκάδες σοκάκια επικοινωνούσαν με τους κεντρικούς δρόμους δημιουργώντας ένα μικρό παραλιακό λαβύρινθο για τους ξένους. Κατάφερα να βρω ένα τηλεφωνικό θάλαμο στην πλατεία του χωριού και μπορέσαμε να συνεννοηθούμε τελικά.


    Ζούσε σε ένα μικρό ισόγειο διαμέρισμα που είχε μετατρέψει σε χώρο μουσικής παραγωγής και ηχογράφησης. Αρχικά εντυπωσιάστηκα από την αφοσίωση του στην τέχνη του, καθώς διέθετε ορισμένα χρήσιμα και ποιοτικά μηχανήματα, αγορασμένα με μεράκι και σίγουρα είχε “ρίξει χρήμα” στην τρέλα του. Τρελό ήταν να σκέφτεται κάποιος να αξιοποιήσει επαγγελματικά αυτό τον εξειδικευμένο εξοπλισμό στο νησί. Το νησί τα ¨μάσαγε¨ κάτι τέτοια φιλόδοξα εγχειρήματα και μετά “έφτιανε και τα κουκούτσια”. Κανείς δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα την δουλειά του ηχολήπτη, συνυφασμένη καθώς ήταν με την νυχτερινή διασκέδαση και τα πανηγύρια.Το ρόλο του μηχανικού ηχογραφήσεων δεν τον γνώριζαν καν οι εγχώριοι μουσικοί. Οπότε σκέφτηκα ότι μάλλον το άτομο είχε πέσει θύμα της προπαγάνδας που είχαμε υποστεί στην σχολή, σε σχέση με τα πανάκριβα μηχανήματα των επαγγελματικών εργαστηρίων ηχογράφησης. 


Του προσέφερα μια από τις μπίρες που είχα φέρει και παραπονέθηκε ότι τον έβαζα σε δύσκολη θέση γιατί είχε λέει κόψει το ποτό. Παρόλα αυτά αποφάσισε να πιει την μπίρα και προσέφερε και σε μένα ένα φλιτζάνι, μην έχοντας κάποιο καθαρό ποτήρι στο σπίτι του. Έδειχνε ενθουσιασμένος που συνάντησε έναν άνθρωπο με κοινές γνώσεις και ενδιαφέροντα και προσφέρθηκε μάλιστα να με βοηθήσει να επισκευάσω τον υπολογιστή μου που είχε εμφανίσει πρόβλημα. Έπινε και άλλες μπίρες και κάποια στιγμή μέθυσε. 

    Έγινε απόλυτος και επιθετικός στην συζήτηση. Προσφέρθηκα να παίξουμε μουσική, δεν μπορούσαμε να συγχρονιστούμε. Παρότι δήλωνε δεινός μελετητής της κιθάρας, δυσκολευόταν εμφανώς να συμμαζέψει τα δάχτυλα του πάνω στην ταστιέρα. Άρχισε να γίνεται πικρόχολος μιλώντας για την διαταραγμένη σχέση με τον πατέρα του και την “πρώην” που τον είχε εγκαταλείψει πριν από ένα χρόνο και ζούσε ακόμα στο νησί. Μισούσε το γεγονός ότι ο κοινωνικός περίγυρος του ζευγαριού του είχε γυρίσει την πλάτη. Από την άλλη ο ελιτισμός και η μεγάλη ιδέα που διατηρούσε για τον εαυτό του δεν του επέτρεπε να ξεπέσει στο μεροκάματο, και ζούσε από τα χρήματα της μητέρας του. 

Βαρέθηκα στο τέλος να τον ακούω, είχε γίνει ενοχλητικός. Αποφάσισα να φύγω, τον χαιρέτησα και αυτός μου ζήτησε χρήματα για να πάει να συνεχίσει να πίνει.
Δεν ξανά-συναντηθήκαμε…