Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

είκοσι τρεις ώρες και πενήντα έξι λεπτά

Μέσα στην τρομερή καταπόντιση του αισθητού σύμπαντος γεννήθηκε ένας μίμος που θέλησε να ορίσει με την ματιά τον κόσμο.
Υπήρχε κάτι το αιώνιο στην θέα που αντίκρισε από το πιο ψιλό παράθυρο αυτή την πρώτη αυγή της ύπαρξης του. Ήταν μια εικόνα αναλλοίωτη στο χρόνο, το παντοτινό παρόν του καλοκαιριού που καταφθάνει εμπρόθεσμα, με χελιδόνια να φρουρούν κάθε σπιθαμή της ηλιόλουστης μέρας.
 Από ύψη δυσθεώρητα κατέβηκε η επιθυμία της δημιουργίας και θρονιάστηκε στο σώμα του. Εισήλθε σαν άρωμα στα ρουθούνια και κουλουριάστηκε στο κενό ανάμεσα στην καρδιά και το στομάχι. Στο ερωτικό σκέλος ξαπόστασε πριν προσωποποιηθεί ξανά στον γκρίζο κόσμο των ανθρώπων.
Οι σκαραβαίοι που έδεσε ο μίμος με μεταξωτή κλωστή στο σκέλος του οδηγούσαν τα αβέβαια βήματα μιας νεαρής ελπίδας, πως μιμούμενος τα πουλιά θα μάθει να πετά και να τραγουδά όπως αυτά, πράγμα που γνωρίζει και πράττει και η τελευταία γάτα. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να χορέψει με την γενετήσια ορμή του τράγου, να αφουγκραστεί την αφύσικη σιγαλιά του βατράχου στην σκοτεινή λιμνούλα έναστρης νύχτας, χρόνια πριν. Αισθάνθηκε την ανασφάλεια της ακρίδας που παρασύρεται από τον άνεμο και την απατηλή προσμονή μιας ομαλής προσγείωσης και αναρίγησε με την ματιά της γάτας που μαγνητίζει το θύμα της γλυκά σαν θανατερή χνουδωτή πατούσα. Σαν λύκος γρύλισε όλο ικανοποίηση σε σκοτεινές γωνιές που αρνούνταν να ομολογήσουν τα κρίματα που έχουν διαπραχθεί υπό την σκιά τους. Στο τέλος ακολούθησε με το βλέμμα τον ήρεμο δρόμο του γέρικου αλόγου που βόσκει στην σκιά του θανάτου, σε βοσκοτόπια πέρα από τις μέρες του μόχθου. Με τον καιρό ανακάλυψε τα δεδομένα της επιβίωσης, αποστρέφοντας το βλέμμα από τον πόνο, μάθαινε να διασπά την προσοχή από τα τρωτά και θνητά σημεία του εαυτού, μιμούμενος την κίνηση του κόσμου έμαθε να περιστρέφεται και αυτός κάθε είκοσι τρεις ώρες και πενήντα έξι λεπτά.