Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

το ψύχος





 το ψύχος μου ψιθυρίζει στο αυτί
δεν μένει τίποτα
τίποτα σαν την αρχή
παγώνει το περβάζι του κόσμου
και εγώ ενδύομαι στολή λευκή  


το ψύχος με αγγίζει σαν αδιάφορη μητέρα
με επαναφέρει στα ρηχά νερά
όχι με της ανάγκης τον ιδρώτα
μα της συνήθειας την δαγκωματιά
σαν θρήνος αναβλύζει απρόσκλητα και γοερά

το ψύχος με παντρεύτηκε με μια ασήμαντη τελετή
ξέχασε να κλείσει τις κουρτίνες
και οι κακεντρεχείς λοιδορούσαν την  γιορτή
το ψύχος σκάβει το κορμί μου
κάτι αναζητά να βρει

με θύμωσε η επιμονή του
σαν κισσός παρασιτεί  απ’  την ζωή
με ένα τραγούδι με λέξεις όλο αγκάθια
στο ξέφωτο της μέρας ξαποσταίνει
με άγριο-ξυπνά την κάθε αυγή

Πόσο μακριά θα πέσει άραγε αυτή η κατάρα
σαν φύγει απ’ το στόμα καβάλα σε αναστεναγμό
κοκκινολαίμης γίνεται, πετά εδώ και εκεί
άνευρα ανασαίνει στους δρόμους του χειμώνα
καθώς  με μνημονεύει στην σιωπή

δεν θα φανερώσω ποτέ το μυστικό μου
Σε άξεστο μουσαφίρη η θύρα δεν υποχωρεί
κρύβεται η ποίηση σε ένα βελανίδι
της γύρης το γλυκό κελάρυσμα
το ψύχος δεν θα αφουγκραστεί