Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Κόκκινος Γκρεμός


Το χρώσταγε η Θεά στη γριά γυναίκα.

 Δίπλα στη νεροκολακούβα με τα νούφαρα, εκεί που έρεε η πηγή του σκίνου, κάποτε είχε αφήσει αναθηματικό πανέρι με όλα αυτά που αρέσκονται οι θεοί της ερημιάς.

Ρόδια του φθινοπώρου, παπαρούνες χλωμές και πενταπέταλες, λάδι, κρασί και μέλι.
Τώρα είχε έρθει εκείνη η ώρα που η Θεά έπρεπε να ανταμείψει την πιστή γυναίκα, ικανοποιώντας τη χάρη που της ζητούσε.

Να μην ξεραθεί ποτέ το χορτάρι στην αυλή του σε παρακαλώ θεά μου, να μην ασπρίσει ποτέ η κεφαλή του, δρόμο στρωμένο με βάγια και ρόδα να περπατήσει στη ζωή, ο εγγονός μου ο μονάκριβος.”

Στην άκρη του κόκκινου γκρεμού ανεβασμένη, η μαυροφορεμένη γριά απήγγειλε την επίκληση....

Τα λόγια ανέβαιναν με ένα λυγμό στο στόμα της γυναίκας, ήταν στην τρίτη φάση, στην τελευταία και από αυτή τη θέση ενατένιζε την ιστορία, αυτή την μόνη που αξίζει να γραφτεί!

Από παιδικά τραγούδια και από το παραλήρημα έγκλειστων ψυχών, που αναφλέγονται σφιχταγκαλιασμένα με το δεσμοφύλακα τους, μαθαίνεις τον ρυθμό της.

Οι γραμμές που σχηματίζουν γράμματα του ονόματος κάποτε υπήρξαν κύματα και οι καμπύλες κούφιες λοφοπλαγιές και συσπάσεις μυών στις πλάτες λευκών ταύρων και ελαφιών.

Από το Ω της πρώτης συλλαβής γεννήθηκε η αυγή και χάραξε πάνω από τη γη που όργωσε ο Γεωργός παρέα με κουρούνες και κοράκια.

Ιερό αλσύλλιο είναι η Ιστορία σε ένα τόπο που αίμα ποτέ δεν χύθηκε.
Ο φονικός ήχος του μετάλλου πάνω στο ξύλο δεν ακούγεται ποτέ στην επικράτεια ετούτη.

Μόνο ξερά φύλα περιστρέφονται στην ανάσα του καπνού και οι λεπίδες της φωτιάς με καταναγκασμό και καλοπιάσματα, τραβούν από το μανίκι πρόσωπα του μέλλοντος στο σχήμα του παρόντος.