Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

πριν έρθει το σκοτάδι


Το  σκυλί στην εξώπορτα αναδεύτηκε και σηκώθηκε αργά από το σημείο που ήταν ξαπλωμένο σχεδόν όλη την ημέρα.

Ήταν μια γηραιά κυρία αδιευκρίνιστης ηλικίας με μαύρο σγουρό τρίχωμα που την έκανε να μοιάζει με αλλόκοσμο πρόβατο.

Το σκυλί ήταν το έμβλημα της γειτονιάς και πάντα απολάμβανε την προσοχή και την φροντίδα των ζωόφιλων της περιοχής.

Οι μαγαζάτορες με ζήλο θαυμαστό πρόσεχαν το τριχωτό άλλοθι  της ευσπλαχνίας τους, προσφέροντας τροφή και σκιά στην βαρύθυμη σκύλα.

Αυτή, όταν δεν ξάπλωνε στο φθαρμένο πλακόστρωτο, επιτελούσε χρέη τροχονόμου στους δρόμους που ρυμοτομούσαν την αρχαία συνοικία, κυνηγώντας αμείλικτα όποιο τροχοφόρο παρανομούσε διερχόμενο τα στενά σοκάκια.
Δεν ήταν όμως το μοναδικό ορόσημο της παλιάς πόλης. Για την ακρίβεια, το σκυλί , οι τρόποι και οι ρυθμοί του, έμοιαζαν σαν να καθρεφτίζουν το είδωλο ενός άλλου αρχαίου  σημείου  που στοίχειωνε την γειτονιά.
Οι πιο παλιοί έλεγαν ότι το στοίχειωμα υπήρξε κάποτε γυναίκα. Την έλεγαν Όλγα και στα νιάτα της είχε μαγευτική φωνή. Ζούσε μόνη σε ένα άδειο σπίτι, δίχως τις ανέσεις του πολιτισμού.
Οι φιλόζωοι περίοικοι δεν σχολίαζαν το γεγονός ότι το στοίχειωμα διαβιούσε δίχως φως και τρεχούμενο νερό. Η χρεωκοπία μιας χώρας φαντάζει σαν πανάκεια για την αυθαιρεσία και την εγκατάλειψη, η Όλγα όμως είχε στερηθεί τα στοιχειώδη της ανθρώπινης διαβίωσης πολύ πριν έρθει το σκοτάδι.  Ζούσε στην σκιά πριν οι υπόλοιποι αντιληφθούν καν την έλευση της.
 Ήταν αυτός ο λόγος που είχε σταδιακά μεταμορφωθεί σε στοιχειό. Οι άνθρωποι την έβλεπαν καθημερινά να βγαίνει στο σαπισμένο περβάζι του παραθύρου της και να εξαπολύει κατάρες και σκοτεινά ξόρκια προς αόρατους εχθρούς.
Τα βράδια επιδίδονταν σε ομηρικές αψιμαχίες με φασματικούς καταπιεστές, δυνάστες αλλοτινών χρόνων και  φθονερές ανταγωνίστριες, στην θαμπή ανάμνηση που ήταν τώρα για αυτήν, το αλώνι του έρωτα.
Μια μέρα καταράστηκε τον προστάτη της πόλης να μην ξαναβγεί από την λάρνακα του, να μην ξαναπατήσει τις νύχτες  τα σοκάκια και τα καλντερίμια, αν δεν την απελευθερώσει από το μαρτύριο της.
Ακόμα και οι άγιοι δένονται από τον αναστεναγμό της βασανισμένης ψυχής και φοβούνται τον θυμό της εκθρονισμένης  χθόνιας γυναίκας, που παρότι κρυμμένη από την ματιά των σύγχρονων ανθρώπων,  βασιλεύει στα παρακάλια και τις κρυφές ελπίδες όλων των μοναχικών  και ξεχασμένων μανάδων του κόσμου.
Το επόμενο πρωί οι μαγαζάτορες βρήκαν το μαύρο σκυλί να κείτεται άψυχο στην θέση που πάντα ξάπλωνε. Η τουριστική κίνηση ήταν πολύ πεσμένη και έτσι σύντομα η άλογη θλίψη τους εξανεμίστηκε μέσα σε συζητήσεις  για την οικονομική κρίση και την παράξενη αλλαγή της θερμοκρασίας.